βρίζω


βρίζω
[вризо] р. ругать, бранить, оскорблять,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βρίζω" в других словарях:

  • βρίζω — to be sleepy pres subj act 1st sg βρίζω to be sleepy pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζω — βρίζω, έβρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βρίζω — Θαλάσσια θεότητα, που χρησμοδοτούσε με όνειρα και λατρευόταν κυρίως στη Δήλο. Σε αυτήν κατέφευγαν σύζυγοι, μητέρες και αδελφές των ναυτικών, ζητώντας πληροφορίες για τους συγγενείς τους. * * * (I) υβρίζω, λέω λόγια προσβλητικά και άπρεπα. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • βρίζω — έβρισα, βρίστηκα, βρισμένος 1. μιλώ υβριστικά: Έμαθε από μικρός να βρίζει. 2. προσβάλλω κάποιον: Τον χτύπησα γιατί έβρισε χυδαία τη μάνα μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ατσαλίζω — βρίζω …   Dictionary of Greek

  • βρίξαι — βρίζω to be sleepy aor imperat mid 2nd sg βρίζω to be sleepy aor inf act βρίξαῑ , βρίζω to be sleepy aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζει — βρίζω to be sleepy pres ind mp 2nd sg βρίζω to be sleepy pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζοντα — βρίζω to be sleepy pres part act neut nom/voc/acc pl βρίζω to be sleepy pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίσαν — βρίζω to be sleepy aor part act neut nom/voc/acc sg βρίζω to be sleepy aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Бридза — (Βριζώ) богиня на Делосе, чтимая особенно женщинами, которые приносили ей в небольших челночках съестные припасы для того, чтобы она охраняла мореплавателей. По преданию, она давала также прорицания во сне …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона